Fixpoetry

Wir reden über Literatur
Poiemata / Ποιήματα

Michalis Katsaros · Gedichte

Μιχάλης Κατσαρός · Ποιήματα

Wer bei griechischer Poesie nur an altgriechische Dichtung denkt, oder an die Rolle von Dichtern wie Kavafis, Seferis, Ritsos für die europäische Moderne, dem entgeht einiges. Denn die griechische Lyrik hat mehr zu bieten, als sich im Kreis ihrer Nachfahren bewundern und für die Fruchtbarkeit vergangener Epochen preisen zu lassen. Wir wollen die Vielfalt, die Lebendigkeit und die Qualität zeitgenössischer Lyrik in Griechenland zeigen. Jeden Monat erscheinen daher einige griechische Gedichte mit deutscher Übersetzung gleichzeitig bei www.poiein.gr und hier auf Fixpoetry.com.

 

Michalis Katsaros

 

Κατά Σαδδουκαίων

Πλήθος Σαδδουκαίων
Ρωμαίων υπαλλήλων
μάντεις και αστρονόμοι
(κάποιος Βαλβίλος εξ Εφέσου)
περιστοιχίζουν τον Αυτοκράτορα.
Κραυγές απ’ τον προνάρθηκα του Ναού.
Απ’ τη φατρία των Εβιονιτών κραυγές:
Ο ψευδο-Μάρκελος να παριστάνει το Χριστό.
Διδάσκετε την επανάστασιν κατά του πρίγκηπος
Οι Χριστιανοί να ‘χουνε δούλους Χριστιανούς.
Η αριστοκρατία του Ναού να εκλείψει.
Εγώ απέναντι σας ένας μάρτυρας
η θέληση μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους ύπατους εγώ ανέδειξα στις συνελεύσεις
κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα
φορέσαν πορφυρούν ατίθασον ένδυμα
σανδάλια μεταξωτά ή πανοπλία
εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου –
η θέληση μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους άλλους απ’ την πέτρα και το τείχος μου
καθώς νερό πηγής τους είχα φέρει
η θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία
τ’ άλογα τους απ’ τον κάμπο μου΄
δε μου επέτρεψαν να δω τον Αυτοκράτορα
τους υπάτους δεν άφηναν να πλησιάσω
σε μυστικά συμπόσια και ένδοξα
τη θέληση μου που την καταπατήσανε
τόσους αιώνες.

Τώρα κι εγώ υποψιάζομαι
όλο το πλήθος των αυλοκολάκων
όλους τους ταπεινούς γραμματικούς
τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα
λεγεωνάριους και στρατηλάτες
υποψιάζομαι τις αυλητρίδες τη γιορτή
όλους τους λόγους και προπόσεις
αυτούς που παριστάνουνε τους εθνικούς
τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκηπος
τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς
υποψιάζομαι συνωμοσία
νύκτα θα ρεύσει πολύ αίμα
νύχτα θα εγκαταστήσουν τη βασιλεία τους
νέοι πρίγκιπες με νέους στέφανους
οι πονηροί ρωμαίοι υπάλληλοι
του Αυτοκράτορος
‘τοιμάζουνε κρυφά να παραδώσουν
να παραδώσουν τα κλειδιά και την
υπόκλιση τους.
Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι
η θέληση μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου
για την καινούργια μακρινή μου ανάσταση
μαζεύω.

*

Gegen die Saducäer
Eine Menge von Saducäern,
von römischen Beamten,
Wahrsager und Astronomen
(und ein gewisser Balbilos aus Ephesus)
umgeben den Imperator.
Geschrei aus der Vorhalle des Tempels.
Von der Fraktion der Ebioniten Geschrei:
Pseudo-Marcellus spielt sich als Christus auf.
Ihr ruft auf zum Aufstand gegen den Princeps.
Christen sollen Christen als Diener haben.
Die Aristokratie soll verschwinden aus dem Tempel.
Ich stehe euch gegenüber als Zeuge
und mein Wille, der mit Füßen getreten wurde
soviele Jahrhunderte.

Ich habe die Konsuln für die Versammlung gewählt
doch sie haben ihre Rechte vererbt,
haben ein steifes purpurnes Gewand angelegt,
Seidenschuhe oder Rüstungen,
schossen mit ihren Pfeilen gegen mich —
und meinen Willen, der mit Füßen getreten wurde
soviele Jahrhunderte.

Die anderen habe ich aus dem Stein und meiner Mauer geholt
wie Wasser aus einer Quelle,
ihre Religion ein mysteriöser Aberglaube,
ihre Pferde kamen aus meiner Ebene.
Sie erlaubten mir nicht, den Imperator zu sehen,
sie ließen nicht zu, dass ich mich den Konsuln näherte
bei ihren mystischen ruhmvollen Mählern,
meinen Willen, der mit Füßen getreten wurde
soviele Jahrhunderte.

Ich habe also jetzt
die ganze Schar der Höflinge im Verdacht,
alle die bescheidenen Schreiber,
die ausgezeichnet sind mit goldenen Orden,
Legionäre und Marschälle,
ich verdächtige die Flötenspielerinnen,
die Feier, all die Reden und Trinksprüche,
die, die sich aufspielen als Heiden,
den Purpurmantel des Princeps,
die Ratgeber und Ketzer,
ich verdächtige sie der Verschwörung.
Nachts wird viel Blut fließen,
neue Principes mit neuen Kränzen
werden nachts ihr Königreich errichten,
die hinterlistigen römischen Beamten
des Imperators
bereiten sich heimlich darauf vor,
ihre Schlüssel zu übergeben
und ihre Verneigung.

Ich aber suche mir wieder neue Wege in die Menge,
mein Wille sucht sich neue Wege in die Menge,
ich sammle meine verstreute Saat wieder ein
für meine neue Auferstehung in ferner Zukunft
sammle ich sie ein.

**

Η διαθήκη μου

Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός.
Αντισταθείτε
στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί – εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες
ατελείωτες τις παρελάσεις
σ’ αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σ’ όλα τ’ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι
σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα
στις κολακείες τις ευχές στις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο
σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας
ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.

Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.

*

Mein Vermächtnis

Wehrt euch
gegen den, der sich ein Häuschen baut
und sagt: Hier habe ich es gut.
Wehrt euch gegen den, der zurückgekehrt ist
und sagt: Gott sei Dank.
Wehrt euch
gegen den Perserteppich in den Mehrfamilienhäusern,
die Männchen in den Büros,
die Im- und Exportunternehmen,
die staatliche Bildung,
die Steuern,
und auch gegen mich, der ich euch das erzähle.

Wehrt euch
gegen den, der vom Podium unendliche Stunden
den Aufmärschen winkt,
gegen die unfruchtbare Dame,
die Heiligenviten verteilt, Weihrauch und Myrrhe,
und auch gegen mich, der ich euch das erzähle.

Wehrt euch wieder gegen alle, die man Große nennt,
gegen den Vorsitzenden des Berufungsgerichtes,
wehrt euch gegen das Getöse,
gegen Pauken und Paraden,
gegen alle Funktionärskongresse,
auf denen die Delegierten und Berater schwatzen und Kaffee trinken,
gegen alle, die Reden schreiben über das Zeitalter
neben der Heizung im Winter,
gegen Schmeicheleien, Glückwünsche, gegen die vielen Verneigungen
von Schreiberlingen und Feiglingen vor ihrem weisen Anführer.

Wehrt euch gegen die Pass- und Ausländerbehörde,
gegen die furchtbaren Flaggen der Staaten
und die Diplomatie,
gegen die Fabriken für Kriegsmaterial,
gegen die, die hübsche Worte Lyrik nennen,
gegen Schlachtgesänge,
gegen kitschige Klagelieder,
gegen die Zuschauer,
gegen den Wind,
gegen all die Gleichgültigen und die Weisen,
gegen die anderen, die sich als Freunde geben,
wie auch gegen mich, gegen mich, der ich euch das erzähle,
wehrt euch.

Dann ist es möglich, dass wir sicher zur Freiheit hinübergehen.

**

Θα σας περιμένω

Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος -
Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.

Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία.

*

Ich werde auf euch warten

Ich werde gleichgültig auf euch warten bis zur furchteinflößenden Mitternacht.
Ich habe sonst nichts, was ich beweisen muss.
Die gehässigen Wächter lauern auf mein Ende,
zwischen zerfetzten Hemden und Legionen.
Ich werde gleichgültig eure Nacht erwarten
mit einem kalten Lächeln für die Tage des Ruhms.
Hinter eurem papierenen Garten,
hinter eurem papierenen Gesicht
werde ich die Massen aufschrecken.
Mir gehört der Wind,
sinnloses Lärmen und offizielle Paukenschläge,
sinnlose Anlässe.
.
Vergesst es nicht,
nehmt euch Wasser mit.
Unsere Zukunft ist voll Trockenheit.

**

Βησιγότθοι

Άξαφνα η πόρτα μας άνοιξε.
πρώτος κατέβαινε ο αυτοκράτορας
με καινούργια στολή
ο νέος αρχιεπίσκοπος
ο υπουργός παιδείας και θρησκευμάτων
(η εργάτρια Ντούμπιοβα παρήγαγε
δεκαπέντε χιλιάδες ποτήρια)
ο στρατάρχης ήρωας της μάχης Σαρώ
πιο πίσω οι αυλοκόλακες
οι υπάλληλοι όλοι με τας συζύγους των
ο πρόεδρος τους ανωτάτου δικαστηρίου
στο τέλος ένα παιδί που ήταν ο γελωτοποιός.

Εγώ αντιπροσώπευα τα στρατεύματα της Κορέας
των Γάλλων πατριωτών
των Ισπανών εξόριστων
την παυμένη εφημερίδα «Ελεύθερη Γνώμη»
την άλλη που έμεινε μόνον ο τίτλος της.

Οι ποιητές κρατώντας τα λάβαρα
έγραφαν ύμνους
κρατούσαν την αναπνοή μπροστά στους
επισήμους
χειροκροτούσαν ακατάπαυστα όλους
τους ρήτορες.
Τώρα το πώς εγίνηκε το απαίσιο πλήθος
να στριμώχνεται πάλι στα κάγκελα
το πώς εγίνηκε
το συνδικάτο των οικοδόμων να στέλνει
ομόφωνα ψηφίσματα
να στρώνει χαλιά γι αυτή την παρέλαση
μην το ρωτήσετε.
Φταίει αυτός που ήτανε δίπλα μου
όπου στην κρίσιμη ώρα σ’ αυτή τη σιωπή
εψιθύρισε:
Η μύτη της κυρίας Δημάρχου θυμίζει τη γεωγραφία.

Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται.
Διαδόθηκε μέσα στο αδιάφορο πλήθος η φήμη
οι υπουργοί θορυβήθησαν
ο πυγμάχος που έγινε χωροφύλακας έλαβε θέση
στους διπλανούς διαδρόμους οι πυροσβέστες
πλησιάσαν
ο πρόεδρος χτυπούσε μέσα στην αίθουσα
τον κώδωνα
σβηστήκαν τα κεριά του ναού
και κει στη μεγάλη τους σύγχυση τα κατάφερα
μ’ ένα μικρό βηματάκι άξαφνα να βρεθώ
να θαυμάζω το θέαμα.

Όταν τα φώτα ξανάναψαν
η χάλκινη πόρτα αμίλητη έκλεισε όπως φαίνεται
και δίπλα μου οι γυναίκες ξεφώνιζαν
τραβούσαν τα μαλλιά τους τσιρίζοντας
όχι γιατί δεν πρόλαβαν την παρέλαση
όλων των επισήμων
αλλά που χάσανε μέσα στο σκότος
τους άντρες τους.

Οι πάροδοι που οδηγούσαν προς τις εξέδρες
στις πόρτες των ναών και των φυλάκων
στους διαδρόμους των εξοχών
στα δημόσια πάρκα
στα κρατικά εκπαιδευτήρια
στη δουλειά με το κομμάτι
στην ποινή του θανάτου
παντού παντού παντού
ως και σε μένα τον αδιάφορο
είχανε εισχωρήσει σα μυστικοί χωροφύλακες
οι Βησιγότθοι.

Μη σκεφτείς άσκημα για τους Βησιγότθους
είναι κάτι ακίνητα μαζεμένα υποκείμενα
που παριστάνουν τους επιδρομείς.

Πάντως θα καταλάβατε τον αρχαίο ναό
τι αντιπροσώπευε ο γελωτοποιός
τι αντιπροσώπευα εγώ ο γελοίος
ποιοι οι Βησιγότθοι οι αρχιεπίσκοποι
κι ο ένδοξος αυτοκράτορας.

Υπάρχουνε προϋποθέσεις
για μια καινούργια άνοιξη.

*

Die Visigoten

Plötzlich öffnete sich unsere Tür.
Als erster trat der Kaiser heraus
mit einem neuen Gewand,
der neue Erzbischof,
der Minister für Bildung und Religion
(die Arbeiterin Dumpiova
hat fünfzehntausend Gläser hergestellt),
der Marschall, Held der Schlacht von Saro,
weiter hinten die Höflinge,
die Angestellten, alle mit ihren Ehefrauen,
der Vorsitzende des Obersten Gerichtshofs,
am Ende ein Kind, das der Hofnarr war.

Ich war der Vertreter des koreanischen Heeres,
der französischen Patrioten,
der verbannten Spanier,
der eingestellten Zeitung "Freie Meinung"
und der anderen, von der nur der Titel noch übrig ist.

Die Dichter hielten die Standarte
und schrieben Hymnen,
hielten den Atem an vor den Mächtigen,
applaudierten pausenlos allen Rednern.

Fragt jetzt nicht, wie es geschehen konnte,
dass die widerliche Menge sich an die Gitter drängt,
wie es geschehen konnte,
dass das Syndikat der Bauarbeiter
einstimmige Beschlüsse schickt,
dass es den roten Teppich ausgerollt hat für diese Parade.
Schuld hat der, der neben mir war,
als er im entscheidenden Moment in dieser Stille
flüsterte:
Die Nase der Frau des Bürgermeisters erinnert an die Geographie.

Was dann folgte, ist nicht zu beschreiben.
Inmitten der teilnahmslosen Menge verbreitete sich dieses Gerücht,
die Minister wurden unruhig,
der Boxer, der Gendarm geworden war,
stellte sich an die Seitengänge,
die Feuerwehrmänner näherten sich,
der Vorsitzende läutete mitten im Saal die Glocke,
die Kerzen des Tempels wurden gelöscht,
und da, inmitten ihres großen Durcheinanders gelang es mir
mit einem kleinen Hüpfer, dass ich plötzlich vor dem Spektakel stehen konnte
und es bewundern.

Als die Lichter wieder angingen
schloss sich still die Bronzetür, wie es scheint,
und neben mir schrieen die Frauen auf,
zerrten an ihren Haaren und kreischten,
nicht weil sie die Parade der Mächtigen verpasst hatten,
sondern weil sie im Dunkeln ihre Männer verloren hatten.

In die Nebenstraßen, die zu den Podesten führten,
zu den Tempeltüren und den Türhütern,
zu den Wegen der Grünanlagen,
zu den öffentlichen Parks,
zu den staatlichen Bildungseinrichtungen,
zur Akkordarbeit,
zur Todesstrafe,
überall, überall, überall
auch wie zu mir, dem Gleichgültigen,
waren wie geheime Gendarme die Visigoten vorgedrungen.

Denk nicht schlecht von den Visigoten.
Es sind unbewegliche, verklemmte Elemente,
die sich als Invasoren geben.

Ihr werdet sicher den alten Tempel verstanden haben,
und was der Hofnarr darstellte,
was ich darstellte in meiner Lächerlichkeit,
wer die Visigoten sind, die Erzbischöfe
und der ruhmreiche Imperator.

Es gibt Anzeichen für einen neuen Frühling.

**

Θα σας αφήσω

Θα σας αφήσω όλους σας να ωρύεσθε
ή ν΄ακουμπάτε ήρεμοι το κεφάλι σας στο παράθυρο –
θα σας αφήσω να πιέζεστε στα σκαλιά
κι άξαφνα κει να μαρμαρώνετε
ανίδεοι για τις πράξεις σας –
θα σας αφήσω να τρέχετε.
Εγώ ανάμεσα σε ξερά δέντρα και τάφους
με τη σημαία μου ένα κουρέλι
με άνεμο και χωρίς άνεμο
ανάμεσα στο αβέβαιο πλήθος σας
θα περιφέρομαι μόνος –
ένας φλογερός πρίγκιπας – μάγος.

Η ώρα πλησίασε. Θα γκρεμιστούν οι ναοί.
Δεν υπάρχει φωτιά στην καρδιά σας.

Εγώ
ένδοξος
γράφω
σ΄όλα τα όνειρά σς:
Ελευθερία.

*

Ich werde euch lassen

Ich werde euch brüllen lassen
oder still eure Köpfe an das Fenster lehnen —
ich werde euch auf die Treppen drängen lassen
und dort plötzlich versteinern,
ohne zu wissen, was ihr angerichtet habt —
ich werde euch laufen lassen.
Zwischen trockenen Bäumen und Gräbern
werde ich mit meiner zerfetzten Fahne,
ob der Wind weht oder nicht,
inmitten eurer verunsicherten Menge
allein herumgehen-
ein entflammter Fürst , ein Zauberer.

Die Stunde ist näher gekommen. Die Tempel werden einstürzen.
In euren Herzen gibt es keine Flamme.

Ich
der ruhmreiche
schreibe
auf alle eure Träume:
Freiheit.

**

Όταν…
Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό
όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο
όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση
να πλημμυρίζει τα σαλόνια
όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
όταν ακούω σένα να μιλάς
εγώ πάντα σωπαίνω.
Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
για νόμους ευαγγέλια και μια ζωή με τάξη
όταν ακούω να γελούν
όταν ακούω πάλι να μιλούν
εγώ πάντα σωπαίνω.
Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη
κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες
κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή
θ’ ανοίξω το στόμα μου
θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράκτες
στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια
οι νέοι έξαλλοι θ’ ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.
Πάλι σας δίνω όραμα.

*
Wenn...

Wenn ich sie sprechen höre über das Wetter,
wenn ich sie sprechen höre über den Krieg,
wenn ich höre, dass heute die Ägäis Poesie wird,
dass sie die guten Stuben überschwemmt,
wenn ich höre, dass sie meine Ideen verdächtigen
und sorgfältig wegpacken,
jedesmal wenn ich dich sprechen höre,
verstumme ich.
Wenn ich manchmal in meinem untrüglichen Ohren
fremde Töne höre, fernes Flüstern,
wenn ich Trompeten höre und Schlachtgesänge,
unendliche Worte, Hymnen und Knallen,
wenn ich höre, dass sie über Freiheit reden,
über Gesetze, Evangelien und ein geregeltes Leben,
wenn ich höre, wie sie lachen,
jedesmal, wenn ich sie wieder reden höre,
verstumme ich.
Doch irgendwann, wenn das kalte Schweigen die Erde umspült,
irgendwann, wenn das unbedeutende Geschwätz austrocknet,
und alle sicher die Stimme erwarten,
dann werde ich meinen Mund aufmachen,
dann werden die Gärten sich füllen mit Wasserfällen,
in denselben schmutzigen Höfen die Waffenkammern,
dann werden die Jungen stürmisch folgen mit Versen ohne Hymnen,
und ohne sich der schrecklichen Macht zu unterwerfen.

Ich gebe euch wieder eine Aussicht.

Michalis Katsaros (1921-1998) wurde in Kyparissia geboren. Seit seiner Jugend engagierte er sich in linken politischen Organisationen. Während der Zeit der deutschen Besatzung gehörte er dem nationalen Widerstand an. Er wurde von Kollaborateuren an die Gestapo verraten und gefoltert. Seit 1945 war er in Athen zuhause. Er erlebte dort schwierige Zeiten und war in verschiedenen Brotberufen tätig, etwa als Kassierer im Einzelhandel, Journalist für die verbotene Presse und Angestellter beim Rundfunk. Seit 1946 wurde er in der literarischen Welt wahrgenommen, 1949 erschien sein erster Gedichtband "Mesolongi". Er zählt zur ersten Nachkriegsgeneration der griechischen Autoren.

Ο Μιχάλης Κατσαρός (περ. 1921 – 1998) γεννήθηκε Κυπαρισσία. Από νεαρή ηλικία ακόμη, συμμετείχε σε αριστερές πολιτικές οργανώσεις. Στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής εντάχθηκε στους κόλπους της Εθνικής Αντίστασης. Βασανίστηκε άγρια, όταν τον παρέδωσαν συνεργάτες των Γερμανών στην Γκεστάπο, Από το 1945 είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα. Τα χρόνια που έζησε εκεί δεν ήταν εύκολα: Καταπιάστηκε με διάφορα βιοποριστικά επαγγέλματα, όπως ταμίας σε εμπορικό κατάστημα, δημοσιογράφος στον παράνομο Τύπο και υπάλληλος στη ραδιοφωνία. Η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία σημειώθηκε το 1946. Το 1949, εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Μεσολόγγι. Θεωρείται ότι ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά

Fixpoetry 2017
Alle Rechte vorbehalten
Vervielfältigung nur mit Genehmigung von Fixpoetry.com und der Urheber
Dieser Artikel ist ausschließlich für den privaten Gebrauch bestimmt. Sie dürfen den Artikel jedoch gerne verlinken. Namentlich gekennzeichnete Beiträge geben nicht unbedingt die Meinung der Redaktion wieder.

Letzte Feuilleton-Beiträge