Fixpoetry

Wir reden über Literatur
Text des Tages

Mάης, Ιούνης και Νοέμβρης / Im Mai, Juni und November

(Στον Ανδρέα)

Ι.

Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ΄αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ΄αγρικώ  με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν΄ακούσει
τον καλπασμό του αλόγου.

ΙΙ.

Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.
Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου , να δω τα μάτια σου
εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι
τ΄όνειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,
ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,
κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.

ΙΙΙ.

Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,
σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη
τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα,
και μού γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.

IV.
Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, πού΄ναι
σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.

V.

Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά.
Το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση
της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.
Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.
Η ποίησή μας είναι η ζωή.  

**

(Für Andreas)

I.

Ich umgebe dich mit geduldigem Warten.
Ich enthalte dich wie der arachovitische Krug das Öl.
Ich atme dich, wie der Heizer am Abend
die Meeresbrise in seine Lunge saugt.
Ich lausche dir so aufmerksam wie ein Indianer
sein Ohr auf die Erde presst,
um die schnellen Hufschläge der Pferde zu hören.

II.

Es war nicht nötig, dass du mich zur Königin machst von Peru.
Es war nötig, dass du dich über mich beugst, dass ich deine Augen sehe,
diese beiden kleinen Lichter. Kleine Lichter, die sagen,
dass ich deine ozeanische Trauminsel bin, exotisch, ursprünglich,
sonnenbeschienen, reines Blau ihre Wasser,
und der gesamte Meeresgrund mit Blumen bedeckt wie der fruchtbarste Boden.

III.

Nichts fühlt sich so lustvoll an wie die Traube am Morgen
wenn sie noch feucht ist und bedeckt mit diesem leichten
Flaum. Ich fasse die Haut an deinem Bauch mit meinen drei Fingern,
und wieder steigt in mir das Bild auf vom Tau im Weinberg.

IV.  

Ich will keine roten Anemonen, keine dunkelblauen, keine weißen, ich will
meine Nase in deine Haare stecken, die sind
wie das Gras am Flussufer.

V.

Die Blüten der Bäume sind die Vögel.
Das leise Rauschen des Meeres ist das Fallen
des Regens auf die letzte träge Welle am Strand.
Aus der aufgeschnittenen Honigmelone strömt der Geruch der Sonne.
Unsere Dichtung ist das Leben.

Das Gedicht erschien am 27.09.2017 in unserer Reihe Poiemeta, übersetzt von Dirk-Uwe Hansen & Jorgos Kartakis. Möchten Sie noch mehr Gedichte von Matsi Chatzilasaru lesen, folgen Sie bitte diesem Link.

Mehr Bilder und Texte